Κάποτε υπήρχε ένα νησί και εκεί ζούσαν όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα.
Η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Υπερηφάνεια...
Μία μέρα έμαθαν ότι το νησί θα βούλιαζε
και έτσι το ένα μετά το άλλο κατασκεύασαν πλοία και έφυγαν.
Όλα εκτός απ’την Αγάπη.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Θέλησε να περιμένει, μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί είχε σχεδόν βουλιάξει, η αγάπη αποφάσισε ότι είχε φτάσει πλέον η ώρα να ζητήσει βοήθεια.
Εκείνη την ώρα είδε την Απληστία να την προσπερνά πάνω σε ένα μεγαλοπρεπές και λαμπερό πλοίο. Έτσι η Αγάπη είπε:
«Απληστία μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» Και η Απληστία απάντησε:
«Όχι δεν μπορώ. Έχω χρυσάφι και ασήμι μαζί μου και δεν υπάρχει καθόλου χώρος για σένα.»
Η Αγάπη αποφάσισε να ρωτήσει τη Ματαιοδοξία που έκανε την εμφάνισή της μέσα σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Ματαιοδοξία βοήθα με σε παρακαλώ!»
«Μα Αγάπη είσαι μούσκεμα! Πώς να σε βάλω στο πλοίο μου, θα μου το χαλάσεις!» απάντησε η Ματαιοδοξία.

Η Λύπη βρέθηκε να αρμενίζει παραπέρα και έτσι η Αγάπη της είπε:
«Λύπη άσε με να ρθω μαζί σου.»
«Ω Αγάπη είμαι τόσο λυπημένη που έχω ανάγκη να μείνω μόνη μου.» Απάντησε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε κάποια στιγμή αλλά ήταν τόσο χαρούμενη που δεν μπόρεσε να ακούσει την αγάπη που της φώναζε.
Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή!
«Αγάπη, έλα εδώ θα σε πάρω εγώ μαζί μου.»
γυρίζοντας η Αγάπη είδε ένα Γέροντα που δε γνώριζε, πάνω σε μια βαρκούλα να την πλησιάζει.
Μέσα στη χαρά και την ευγνωμοσύνη της, Η Αγάπη ξέχασε να ρωτήσει το όνομα του Γέρου.
Όταν πάτησαν στεριά, ο Γέροντας συνέχισε το δρόμο του.
Η Αγάπη αναγνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στο Γέροντα, ρώτησε τη Γνώση.
«Γνώση ποιος με βοήθησε;»
«Ο Χρόνος.» απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Μα γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Και η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχεις Αγάπη.»
Πηγή. youtube
Η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Υπερηφάνεια...
Μία μέρα έμαθαν ότι το νησί θα βούλιαζε
και έτσι το ένα μετά το άλλο κατασκεύασαν πλοία και έφυγαν.
Όλα εκτός απ’την Αγάπη.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Θέλησε να περιμένει, μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί είχε σχεδόν βουλιάξει, η αγάπη αποφάσισε ότι είχε φτάσει πλέον η ώρα να ζητήσει βοήθεια.
Εκείνη την ώρα είδε την Απληστία να την προσπερνά πάνω σε ένα μεγαλοπρεπές και λαμπερό πλοίο. Έτσι η Αγάπη είπε:
«Απληστία μπορείς να με πάρεις μαζί σου;» Και η Απληστία απάντησε:
«Όχι δεν μπορώ. Έχω χρυσάφι και ασήμι μαζί μου και δεν υπάρχει καθόλου χώρος για σένα.»
Η Αγάπη αποφάσισε να ρωτήσει τη Ματαιοδοξία που έκανε την εμφάνισή της μέσα σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Ματαιοδοξία βοήθα με σε παρακαλώ!»
«Μα Αγάπη είσαι μούσκεμα! Πώς να σε βάλω στο πλοίο μου, θα μου το χαλάσεις!» απάντησε η Ματαιοδοξία.

Η Λύπη βρέθηκε να αρμενίζει παραπέρα και έτσι η Αγάπη της είπε:
«Λύπη άσε με να ρθω μαζί σου.»
«Ω Αγάπη είμαι τόσο λυπημένη που έχω ανάγκη να μείνω μόνη μου.» Απάντησε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε κάποια στιγμή αλλά ήταν τόσο χαρούμενη που δεν μπόρεσε να ακούσει την αγάπη που της φώναζε.
Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή!
«Αγάπη, έλα εδώ θα σε πάρω εγώ μαζί μου.»
γυρίζοντας η Αγάπη είδε ένα Γέροντα που δε γνώριζε, πάνω σε μια βαρκούλα να την πλησιάζει.
Μέσα στη χαρά και την ευγνωμοσύνη της, Η Αγάπη ξέχασε να ρωτήσει το όνομα του Γέρου.
Όταν πάτησαν στεριά, ο Γέροντας συνέχισε το δρόμο του.
Η Αγάπη αναγνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στο Γέροντα, ρώτησε τη Γνώση.«Γνώση ποιος με βοήθησε;»
«Ο Χρόνος.» απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;» ρώτησε η Αγάπη. «Μα γιατί με βοήθησε ο Χρόνος;»
Και η Γνώση χαμογέλασε και με βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχεις Αγάπη.»
Πηγή. youtube

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου